DSC05001-Edit-Edit.jpg

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΒΑΚΧΩΝ
 

Η Φωνή των Βακχών είναι μια παράσταση που συνδυάζει τη σύγχρονη πειραματική μουσική με το μουσικό θέατρο. Με τη διαρκή χρήση ακαθόριστων φωνημάτων οι μουσικοί της παράστασης αποκαλύπτουν την ανθρώπινη φωνή ως ένα πρωτόλειο μέσο μη γλωσσικής επικοινωνίας δημιουργώντας μια αίσθηση αρχέγονης τελετουργίας.

Η ωμότητα των φωνών και των οργάνων είναι ηχητικά συμβάντα που οριοθετούν την βία, όπως αυτή ξεκλειδώνεται μέσα από το έργο του Ευριπίδη: μεταξύ Πενθέα και Διονύσου, μεταξύ των αντίθετων δυνάμεων της ανθρώπινης φύσης, μεταξύ της παράδοσης και της θηριώδους επιθυμίας για το καινούριο.

Όπως οι Βάκχες αναδεικνύουν μια αέναη σύγκρουση στη βάση της ανθρώπινης ψυχής και της ιστορίας, έτσι και η παράσταση Η Φωνή των Βακχών επιδιώκει να διεισδύσει στη φύση της ανθρώπινης φωνής και να αναδείξει τις ανεξερεύνητες πτυχές της. 

 

Η παράσταση εντάσσεται στο πρόγραμμα 2021 του θεσμού "Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός" του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. 

 

Συντελεστές παράστασης:

 

Ergon Ensemble

Τραγούδι: Χρήστος Κεχρής

 

Σύνθεση: Ιωάννης Αγγελάκης

 

Σκηνοθεσία: Γιώργος Κουτλής

 

Σκηνικά-Κοστούμια: Άρτεμις Φλέσσα

 

Φωτισμοί: Γιώργος Αγιαννίτης

 

Ηχοληψία: Θάνος Μπίκος

 

To Ergon Ensemble θα ήθελε επίσης να ευχαριστήσει:

Την Εφορία Αρχαιοτήτων Ημαθίας και την κα Γεωργιαδου.

Το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας και τον διευθυντή του κο Παρασκευόπουλο, την κα Γρηγοριάδου και τον κο Βέγκο για την πολύτιμη βοήθεια τους στην πραγματοποίηση της παράστασης.

 

Σημείωμα του Σκηνοθέτη

Γιώργος Κουτλής

Τι είναι η φωνή; 

Τι είναι μουσική;

Αν επιστρέφαμε σε ένα προ-γλωσσικό στάδιο όπου αυτές οι λέξεις δεν έχουν προλάβει να ταυτιστούν στο μυαλό μας με κάτι συγκεκριμένο, πώς θα αντιλαμβανόμασταν την έννοια του ήχου; Πώς θα αντιλαμβανόμασταν τον ήχο αν η γλώσσα δεν τον είχε εγκλωβίσει με τη βία σε νοήματα προς χάριν της επικοινωνίας;

 Η παράσταση “Η Φωνή των Βακχών” είναι ένα ηχητικό δράμα που δεν προσπαθεί να αφηγηθεί τίποτε άλλο πέρα από το ίδιο το δράμα του ήχου: τις προσπάθειες της φωνής για κάποιο νόημα, του ήχου για “μουσική” και των ανθρώπων για επικοινωνία. Τέσσερις υπάρξεις επί σκηνής, τρεις πνευστοί και ένας τραγουδιστής, ο καθένας με το όργανό του, εκπνέουν αέρα, παράγουν ήχο και πολεμούν για να οργανωθούν σε ένα σύνολο. Σαν μια γονιδιακά εγγεγραμμένη ανάγκη των ανθρώπων για τη δημιουργία κάποιου “χορού”, χωρίς όμως να έχουν την εμπειρία προηγούμενων γενεών σε αυτή τη διαδικασία. Τα αναλόγια είναι τα σημεία αναφοράς τους, οι παρτιτούρες είναι οι δομές τους και ο ήχος το μόνο μέσο τους. Η παράσταση είναι μια προσπάθεια να επανεφεύρουμε τη σχέση μας με πράγματα που σήμερα φαντάζουν αυτονόητα.

 

Από το Αρχαίο Δράμα στο Δράμα του Ήχου και από την Ανθρώπινη Ψυχή στην Ανθρώπινη Φωνή:

Η Φωνή των Βακχών ως μια Ανανεωτική Προσέγγιση του Μουσικού Θεάτρου

Γιάννης Αγγελάκης

Οι Βάκχες είναι η τραγωδία του Διόνυσου, του θεού που εμφανίζεται ως ανθρώπινος χαρακτήρας και σηματοδοτεί την εκκίνηση μιας καταστροφικής σύγκρουσης. Από τη μία πλευρά ο Πενθέας, ως βασιλιάς της Θήβας, συμβολίζει το κράτος, το νόμο, τον πολιτισμό και την ορθολογική σκέψη, ενώ από την άλλη πλευρά ο Διόνυσος συμβολίζει τη φύση, την αναρχία, το ένστικτο και τη βιωματική εμπειρία. Οι δύο δυνάμεις αλληλεπιδρούν ασταμάτητα μεταξύ τους χωρίς τη δυνατότητα να υπερισχύσει η μία έναντι της άλλης. Ο Ευριπίδης αναδεικνύει με ευρηματικό τρόπο μια βίαιη, θεμελιώδη διαμάχη στη βάση της ανθρώπινης ψυχής και των ανθρώπινων κοινωνιών και μας διδάσκει ότι είναι επικίνδυνο να αγνοούμε τη διττή τους φύση. Η συμφιλίωση των αντίθετων δυνάμεων είναι απαραίτητη, διαφορετικά μετουσιώνονται σε κάτι καταστρεπτικό. 

Η σύγκρουση αυτή μπορεί να ερμηνευτεί και με όρους “παλιού” και “νέου”, μεταξύ της διατήρησης της παράδοσης, της ιστορίας και των αξιών, μέσω των οποίων μια κοινωνία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και, στον αντίποδα, της σφοδρής και θηριώδους επιθυμίας του καινούργιου να επικρατήσει και να επιβάλλει μια νέα τάξη πραγμάτων. Έτσι, από τη μία πλευρά βρίσκεται η θεά Δήμητρα, η θεά της γης και της γονιμότητας, η επίσημα αναγνωρισμένη θεότητα κι επομένως ο βασικός εκπρόσωπος του status quo, ενώ στο αντίπαλο στρατόπεδο στέκεται ο Διόνυσος, ο θεός του κρασιού και των υγρών στοιχείων της ζωής (αίμα, γάλα, σπέρμα), ο βασικός ανταγωνιστής της, ο ανερχόμενος φορέας της αλλαγής που σφετερίζεται βίαια και προκλητικά την δοσμένη εξουσία και τα κεκτημένα προνόμια του παρελθόντος. Ο Διόνυσος ουσιαστικά προαναγγέλει μια νεωτερική κοινωνία, στην οποία η παράδοση δεν διατηρείται αναλλοίωτη, αλλά αμφισβητείται, αποδομείται και επαναπροσδιορίζεται με μια νέα επανεκκίνηση, η οποία συντελείται με βίαιο τρόπο.

Η Φωνή των Βακχών δεν είναι μια προγραμματική παράσταση που αφηγείται την τραγωδία του Ευριπίδη. Δεν υπάρχουν ανθρώπινοι χαρακτήρες ούτε αναπαραστάσεις της πλοκής επί σκηνής. Πρόκειται για ένα μουσικό δράμα, το οποίο, όμως, διαφέρει από αυτό που ιστορικά γνωρίζουμε ως μουσικό θέατρο ή όπερα, τον συνδυασμό, δηλαδή, μιας θεατρικής και μιας μουσικής αναπαράστασης, όπου η μουσική υπηρετεί την ανάδειξη της θεατρικής δραματουργίας. Η Φωνή των Βακχών είναι ένα Ηχητικό Δράμα στο οποίο μόνος πρωταγωνιστής είναι ο ήχος. 

Οι μουσικοί της παράστασης δρουν πάνω στα όργανα και τις φωνές τους, όμως οι δράσεις αυτές δεν παράγουν κάθε φορά το ίδιο ηχητικό αποτέλεσμα. Οι περισσότεροι ήχοι παραμένουν μη ελεγχόμενοι πλήρως, είναι εγγενώς ασταθείς και διαρκώς κινούμενοι και εμπεριέχουν μια δική τους λογική στον τρόπο με τον οποίο ξεδιπλώνονται. Κι ακριβώς επειδή οι ήχοι της παράστασης έχουν μια δική τους, αυτόνομη πορεία και δεν αναπαράγουν ένα προκαθορισμένο περιεχόμενο, μπορεί κανείς να πει ότι πρόκειται για ένα δράμα του ήχου, στο οποίο ο ήχος γεννιέται τη στιγμή που συμβαίνει μια δράση και δεν μπορεί να επαναληφθεί αυτούσιος ξανά. Αφού, λοιπόν, ο ήχος δεν αναπαριστά κάτι πέρα από τον εαυτό του, το Ηχητικό Δράμα χρήζει ενός νέου είδους ακρόασης, απαγκιστρωμένο από τις παραδοσιακές παραμέτρους και στοχευμένο στην απόλαυση που προέρχεται αποκλειστικά από την ανάδειξη των εσωτερικών δομών του ήχου.

Η θεατρική δράση της παράστασης, η οποία αποτελείται κυρίως από σκηνικές μετατοπίσεις των μουσικών, δεν στοχεύει, επομένως, να αφηγηθεί κάποια παράλληλη ιστορία, αλλά να αναδείξει εικαστικά τη δράση του ήχου. Με άλλα λόγια, Η Φωνή των Βακχών προτείνει μια ανανεωτική προσέγγιση στην έννοια του μουσικού δράματος: δεν είναι πλέον ο ήχος που υπηρετεί και αναδεικνύει τη θεατρική δράση, αλλά αντίθετα ή θεατρική δράση καλείται να υπηρετήσει την ανάδειξη ενός ηχητικού κόσμου.

Ωστόσο, παρά την απουσία αναπαραστατικής δράσης, Η Φωνή των Βακχών συναντιέται με τις Βάκχες του Ευριπίδη σε ένα συμβολικό επίπεδο. 

Πρώτον, Η Φωνή των Βακχών βασίζεται σε ένα αντιφατικό στοιχείο: οι ετερόκλητοι ήχοι, οι οποίοι παραμένουν ακαθόριστοι, άναρχοι και μη ελεγχόμενοι, εντάσσονται σε μια προκαθορισμένη φόρμα, η οποία έρχεται με βία να δώσει μορφή στο ά-μορφο και σχήμα στο ά-σχημο. Όλες οι αρχαίες τραγωδίες βασίζονται στη βία που πηγάζει ακριβώς από αυτή τη σύγκρουση: ενός ανθρώπου που πασχίζει άναρχα να χαράξει τη δική του ατομική πορεία μέσα σε μια κατάσταση που έχει ήδη καθοριστεί από τους θεούς. Με άλλα λόγια, τα συγκρουσιακά δίπολα του Ευριπίδη μεταφράζονται εδώ ως μια αντίφαση μεταξύ των ακατέργαστων ήχων, οι οποίοι διεκδικούν τη δική τους, αυτόνομη πορεία, και μιας προκαθορισμένης ροής των πραγμάτων. Επομένως, δεν είναι απλώς η βιαιότητα στη χρήση των μουσικών οργάνων και η ωμότητα στην χρήση των ανθρώπινων φωνών, τα οποία ως ηχητικά συμβάντα παραπέμπουν ευθέως στη βιαιότητα και ωμότητα της τραγωδίας του Ευριπίδη, αλλά πρωτίστως η βιαιότητα μιας αυστηρά καθορισμένης δομής, η οποία επιχειρεί να τα μετασχηματίσει και να τα αλλοιώσει ενσωματώνοντάς τα σε ένα ομοιογενές σύνολο.

Δεύτερον, μέσω μιας λιγότερο συμβατικής ανάγνωσης της τραγωδίας, θα μπορούσε κανείς να τοποθετήσει τη σύγκρουση μεταξύ Πενθέα και Διόνυσου στο γλωσσικό επίπεδο. Η βία της εξουσίας που πασχίζει να διατηρήσει το status quo αναπαριστά τη βία της γλώσσας που πασχίζει να χωρέσει τον κόσμο μέσα σε προκαθορισμένες έννοιες και κατηγορίες, ενώ η αναρχία της φερόμενης αλλαγής εστιάζει στην ανάγκη για βιωματικές εμπειρίες, οι οποίες παραμένουν πολύπλοκες, ακαθόριστες, και ανείπωτες. Εμπειρίες που υπονομεύονται όταν περιγράφονται από τα δοσμένα εκφραστικά μέσα της γλώσσας. Ο Ευριπίδης δεν περιγράφει απλώς τις διονυσιακές τελετουργίες των Βακχών ως θρησκευτικές εμπειρίες που δεν μπορούν να κατανοηθούν σε ένα ορθολογιστικό πλαίσιο. Επιλέγει, ταυτοχρόνως, ένα στυλ γραφής που παραπέμπει σε παλαιότερες τεχνοτροπίες, χρησιμοποιεί μεγάλο αριθμό αρχαϊκών τύπων και αποφεύγει τον πεζό λόγο της καθημερινότητας. 

Κατ’ αντιστοιχία, Η Φωνή των Βακχών επιστρέφει σε ένα προ-γλωσσικό επίπεδο, όσον αφορά την χρήση των φωνών, και σε ένα προ-μουσικό επίπεδο, όσον αφορά τη χρήση των οργάνων. Το κείμενο δεν χρησιμοποιείται ως νόημα, αλλά ως ήχος, που αποδομείται και λειτουργεί έξω από τα όρια της γλώσσας, ενώ τα μουσικά όργανα δεν χρησιμοποιούνται με τον παραδοσιακό τρόπο, αλλά αποδομούνται και επαναπροσδιορίζονται από την αρχή. Πέρα από τη συχνή, φωνητική τους δράση, η οποία περιλαμβάνει ακαθόριστες κραυγές, μη γλωσσικούς λαρυγγισμούς και προ-γλωσσικά φωνήματα, οι μουσικοί της παράστασης καλούνται να διοχετεύσουν τη φωνή τους μέσα στο σωλήνα των οργάνων τους, τα οποία λειτουργούν ως αντηχεία που την ενισχύουν και την τροποποιούν. Τα μουσικά όργανα, δηλαδή, δεν είναι πλέον πηγές παραγωγής ήχου, αλλά πρωτόγονα και πρωτόλεια ηχεία της ανθρώπινης φωνής. 

Η αποδόμηση της γλώσσας και των μουσικών οργάνων και ο επαναπροσδιορισμός τους σε ένα πλαίσιο πρωτογονισμού αναδεικνύει τον πυρήνα του έργου: την ανθρώπινη φωνή, αυτό που όλοι οι μουσικοί της παράστασης έχουν ως κοινό παρονομαστή. Τίθεται, λοιπόν, ένα θεμελιώδες ερώτημα: “Τι είναι η φωνή; Ένα εξωστρεφές μέσο επικοινωνίας; Μία έκφραση;” Η απάντηση είναι “όχι” ή, τουλάχιστον, “όχι μόνο”. 

Η Φωνή των Βακχών είναι ουσιαστικά μια απάντηση στο ερώτημα της φωνής. Είναι μια εξερεύνηση των δυνατοτήτων της ανθρώπινης φωνής, όχι απλώς ως ένα μέσο γλωσσικής επικοινωνίας, αλλά ως κάτι πολύ περισσότερο. Με αυτό το “περισσότερο” η παράσταση στοχεύει να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα πρωτόγονης τελετουργίας και να προσκαλέσει τους θεατές να εισέλθουν σε αυτήν. 

Η Φωνή των Βακχών δεν είναι η μουσική των Βακχών. Είναι ένα έργο για τη δράση της φωνής η οποία ανακαλύπτει τον εαυτό της. Κι όπως ο Ευριπίδης συλλαμβάνει και προβάλλει το ερώτημα για τη φύση του ανθρώπου και των ανθρώπινων κοινωνιών, έτσι και το έργο αυτό προσπαθεί να εγείρει το ίδιο ερώτημα για τη φύση της ανθρώπινης φωνής. 

Screen Shot 2021-08-30 at 1.54_edited.png

Γιάννης Αγγελάκης • Συνθέτης  

Η μουσική του Γιάννη Αγγελάκη καταπιάνεται με ήχους που παραμένουν μη ελεγχόμενοι πλήρως από τους εκτελεστές, είναι εγγενώς ασταθείς και διαρκώς κινούμενοι, εμπεριέχουν μια δική τους λογική στον τρόπο με τον οποίο ξεδιπλώνονται, προϋποθέτουν μια ιδαίτερη σχέση μεταξύ σώματος και μουσικού οργάνου και χρήζουν ενός νέου είδους ακρόασης. Η γραφή του είναι αποτέλεσμα εκτεταμένης έρευνας πάνω στις ιδιόμορφες πτυχές των ακουστικών οργάνων, ενώ τα έργα του απαιτούν συχνά μεγάλες διάρκειες και εκτελεστική εξειδίκευση, προκαλώντας έτσι τις παραδοσιακές φόρμες των συναυλιών νέας μουσικής. 

Οι πρόσφατες συνεργασίες του είναι με την Εθνική Λυρική Σκηνή στο πλαίσιο του εορτασμού για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. Το έργο του DUST, για δύο αντρικές φωνές και επτά εκτελεστές ήταν παραγγελία της Εναλλακτικής Σκηνής για την συναυλία Cornelian Secret, αφιερωμένη στην ερωτική ποίηση του Λόρδου Βύρωνα. Το έργο του KADIN ήταν παραγγελία από την Διαπολιτισμική Ορχήστρα σε συνεργασία με το μπαλέτο της Λυρικής Σκηνής για τη δράση Miniatures for Revolution.  

Ο Γιάννης Αγγελάκης γεννήθηκε το 1988. Σπούδασε κιθάρα (Δίπλωμα στην τάξη του Νίκου Χατζηελευθερίου) και ανώτερα θεωρητικά (Αρμονία στην τάξη της Χρύσας Γρένδα, Αντίστιξη στην τάξη του Γιώργου Σακκαλιέρου, και Φούγκα στην τάξη του Κώστα Σιέμπη). Οι πανεπιστημιακές του σπουδές περιλαμβάνουν το πρόγραμμα του Αριστοτελείου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, όπου σπούδασε στην κατεύθυνση Σύνθεσης στην τάξη του Χρήστου Σαμαρά (2006-2011), το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Boston University, όπου σπούδασε Σύνθεση με τον Joshua Fineberg (2011-2013) καθώς και το διδακτορικό πρόγραμμα του New York University, όπου εκπόνησε τη διατριβή Luigi Nono and the Metaphysics of the Avant-Garde σε συνεργασία με το τμήμα Φιλοσοφίας του πανεπιστημίου New School for Social Research. 

Έχει συνεργαστεί με διακεκριμένα σύνολα και τα έργα του είναι βραβευμένος σε διεθνείς διαγωνισμούς σύνθεσης και φεστιβάλ. Για περισσότερες πληροφορίες: ioannisangelakis.com

Γιώργος Κουτλής

Γεννήθηκε στην Ελλάδα το 1989. Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και από το Τμήμα Νομικής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Σπούδασε σκηνοθεσία θεάτρου στο προπτυχιακό πρόγραμμα του Ρωσικού Ινστιτούτου Θεατρικής Τέχνης της Μόσχας - GITIS (τμήμα Εβγκένι Καμινκόβιτς – Ντιμίτρι Κρίμοφ) κι είναι αριστούχος απόφοιτος του μεταπτυχιακού προγράμματος του ίδιου πανεπιστημίου στον τομέα της σκηνοθεσίας. Μιλάει Αγγλικά, Γαλλικά και Ρωσικά. 

Τον Φεβρουάριο του 2019 σκηνοθέτησε τη διπλωματική του παράσταση «Ο επιθεωρητής απ’ την Πετρούπολη» βασισμένη στο έργο «Ο επιθεωρητής» του Ν. Β. Γκόγκολ, στο θέατρο του GITIS στη Μόσχα. Μετέφρασε και  σκηνοθέτησε , στο Εθνικό Θέατρο - Σκηνή «Κατίνα Παξινού», το έργο «Παίζοντας το θύμα» των αδελφών Πρεσνιακόφ που ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, τον Οκτώβριο του 2020.

Σκηνοθέτησε τη ραδιοφωνική παράσταση “Ανθρώπινη συμπύκνωση” της Αμάντας Μιχαλοπούλου στα πλαίσια των Radio Plays που διοργάνωσε το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου το φθινόπωρο του 2020.

Την άνοιξη του 2021 σκηνοθέτησε  το έργο «Το ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Α. Ν. Οστρόφσκι στη κεντρική σκηνή του VENE TEATER, στο Τάλλιν της Εσθονίας. 

Από το 2019 διδάσκει υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών.

Χρήστος Κεχρής

 

Τενόρος, γεννημένος στην Αθήνα. Το ρεπερτόριό του περιλαμβάνει ένα μεγάλο εύρος ρόλων και έργων από την μπαρόκ, την κλασική περίοδο, τον ρομαντισμό, τη μουσική του 20ού αιώνα καθώς και τη σύγχρονη πειραματική μουσική δημιουργία. Ως σολίστ συνεργάζεται τακτικά με την Κεντρική και την Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής καθώς και με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, Καμεράτα, ΕΡΤ, Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών, Ergon Ensemble, Latinitas Nostra, Συμφωνική Ορχήστρα Δήμου Αθηναίων, Εθνικό Θέατρο, Θέατρο Τέχνης “Κάρολος Κουν”, Φεστιβάλ Αθηνών, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης, Στέγη Ιδρύματος Ωνάση. 

 

Έχει επίσης συνεργαστεί με ορχήστρες και θεατρικούς οργανισμούς στην Ελβετία (Όπερα Λωζάννης, Όπερα Fribourg), Γερμανία (Κρατική Όπερα Passau, Θέατρο Celle, Συμφωνική Ορχήστρα Amberg, Κρατικό Θέατρο Landshut), Αυστρία (Ορχήστρα Purpur), Ιταλία (Teatro Verdi Gorizia), Γαλλία (Όπερα Λωρραίνης), Μάλτα (Teatru Manoel), Λιθουανία (Banchetto Musicale Vilnius), Σλοβενία (Φεστιβάλ Seviqc Brežice), Τουρκία (Συμφωνική Ορχήστρα Borusan Istanbul), Κροατία (Φεστιβάλ Kvarner), Deutsche Grammophon.